συνικετεύω


συνικετεύω
ΜΑ
ικετεύω, παρακαλώ μαζί με κάποιον άλλον.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συνικετευόντων — συνικετεύω supplicate together with pres part act masc/neut gen pl συνικετεύω supplicate together with pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικέτευε — συνικετεύω supplicate together with pres imperat act 2nd sg συνικετεύω supplicate together with imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικετευούσης — συνικετεύω supplicate together with pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικετεύειν — συνικετεύω supplicate together with pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικετεύοντες — συνικετεύω supplicate together with pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικετεύοντος — συνικετεύω supplicate together with pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικετεύσαντι — συνικετεύω supplicate together with aor part act masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικέτευεν — συνικετεύω supplicate together with imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνικέτευσαν — συνικετεύω supplicate together with aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.